Παρά την πολιτική παράδοση της οικογενείας του ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν είχε την πρόθεση να αναμιχθεί στην πολιτική μετά την απελευθέρωση. Πρόθεσή του ήταν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα των Χανίων, κυρίως μέσω της τοπικής εφημερίδας "ΚΗΡΥΞ" των Χανίων την οποία επανέκδωσε εκείνη την περίοδο έπειτα από την διακοπή της κυκλοφορίας της κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής.
Η τοπική εφημερίδα "ΚΗΡΥΞ" των Χανίων, αποτελούσε ένα από τα ιστορικότερα έντυπα των Χανίων καθώς πρωτοεκδόθηκε στις 7/12/1901 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και αποτέλεσε την συνέχεια της εφημερίδας "ΛΕΥΚΑ ΟΡΗ", που είχε εκδοθεί το 1881 από τον παππού του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, γερο-Κωστή Μητσοτάκη.
Η ανάμιξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη όμως κατέστη αναπόφευκτη εν μέρει, διότι αφενός ο πατέρας του και ο θείος του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε κανείς να εκπροσωπήσει πολιτικά την οικογένεια και αφετέρου λόγω του κύρους και της αναγνώρισης, που είχε κερδίσει κατά τη διάρκεια της αντίστασης.
Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946, με την Εθνική Πολιτική Ένωση του Σοφοκλή Βενιζέλου. Σε ηλικία 28 ετών ήταν ο νεώτερος βουλευτής της πρώτης μεταπολεμικής Βουλής, όπου με την πρώτη του κοινοβουλευτική ομιλία, πήρε θέση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας σε συζήτηση που είχε ως θέμα την πρόταση ψηφίσματος "περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος προς επάνοδον Α.Μ. του Βασιλέως Γεωργίου Β΄". Τη θέση αυτή υποστήριξε και στο πρώτο δημοψήφισμα της 1/9/1946 και τη διατήρησε σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία.
Έκτοτε εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή τα κόμματα του Κέντρου, μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Συγκεκριμένα εξελέγη: το 1950 και το 1951 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το 1952 με το συνδυασμό ΕΠΕΚ/Φιλελεύθεροι, το 1956 με τη Δημοκρατική Ένωση, το 1958 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το 1961, 1963, 1964 με την Ένωση Κέντρου.
Ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητική ευθύνη ως υφυπουργός Οικονομικών από το Φεβρουάριο του 1951 μέχρι το Νοέμβριο του 1951, σε ηλικία 32 ετών. Την ίδια περίοδο, για ένα διάστημα, ανέλαβε ταυτόχρονα τα Υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων.
Στην περίοδο 1952-1956 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης καθιερώνεται ως διακεκριμένος κοινοβουλευτικός άνδρας.
Στη συνεδρίαση της Βουλής της 8ης Ιουνίου 1953, με αφορμή νομοσχέδιο που αφορούσε αποστρατεία ανωτάτων αξιωματικών και επαναφορά άλλων που είχαν πέσει σε πειθαρχικά παραπτώματα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θα επαναφέρει στο προσκήνιο το μεγάλο πρόβλημα του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) στο στρατό και ταυτόχρονα θα καθορίσει με ακρίβεια τη θέση του κόμματός του, αλλά και την προσωπική του θέση και στάση σχετικά με το παραπάνω πρόβλημα.
Συγκεκριμένα, στην εν λόγω συνεδρίαση (της 8ης Ιουνίου 1953) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ξεκίνησε την ομιλία του τονίζοντας:
"...Δι' ημάς που έχομεν την τιμήν να ανήκωμεν εις το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίον με την βοήθεια του εθνικού ελληνικού στρατού, ηύρυνεν τα σύνορα της Ελλάδος, ο ελληνικός στρατός αποτελεί παλλάδιον του Έθνους...".
Στη συνέχεια, υπογράμμισε ότι οι συζητήσεις για τα στρατιωτικά θέματα πρέπει να γίνονται με προσοχή και:
"...ουδέποτε να ανακινούνται με την πρόθεσιν δυσφημήσεως ή μειώσεως της εκτιμήσεως, την οποίαν η ελληνική κοινή γνώμη οφείλει να τρέφη προς τον εθνικόν στρατόν...".
Είναι όμως υποχρεωμένος, όπως δήλωσε, να προχωρήσει στην επερώτηση του γιατί πιστεύει ότι η κυβέρνηση ακολουθεί ένα δρόμο που κάθε άλλο παρά ωφελεί το στράτευμα. Και τόνισε τη διαφωνία του με τον υπουργό Εθνικής Αμύνης, ο οποίος θεώρησε την επερώτηση του ειδική και λεπτομερειακή:
"...Η επερώτησίς μας θίγει εις την βάσιν της την πολιτικήν την οποία η κυβέρνησις του Ελληνικού Συναγερμού ακολούθησεν έναντι του προβλήματος του στρατού, θίγει εις την βάσιν της την πολιτικήν αυτήν και στηρίζεται ειδικώτερον εις δύο σκέλη, τα οποία αφορούν δυο ειδικωτέρας εκδηλώσεις της κυβερνητικής πολιτικής. Η μια αφορά εις την επαναφοράν των αποστρατευθέντων αξιωματικών, κατόπιν του κινήματος της 30-31 Μαΐου 1951 και η δευτέρα τας ευρείας αποστρατείας ικανών καθ' όλα αξιωματικών, αι οποίαι εδημιούργησαν την εντύπωσιν ότι εισέρχεται και πάλιν, ύστερα από χρόνια πολλά, η πολιτική εις τον στρατόν και αποπειράται η κυβέρνησις με τον τρόπον αυτόν να δημιουργήση στρατόν φίλα ιστάμενον προς αυτήν...".
O Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνέχισε κάνοντας μια αναδρομή στα γεγονότα της 31ης Μαΐου 1951, στην προσπάθεια που έκανε τότε η πολιτική ηγεσία της χώρας να μεταπείσει τον Παπάγο από του να παραιτηθεί, στο κίνημα που εκδηλώθηκε αμέσως μετά την παραίτηση του Παπάγου ενώ παράλληλα επέρριψε ευθύνες στον Παπάγο επειδή παραιτούμενος δεν παρέδωσε τη Διοίκηση στους νόμιμους αντικαταστάτες του, δημιουργώντας έτσι κενό ηγεσίας στο στράτευμα. Η παραπάνω παρατήρηση προκάλεσε την αντίδραση του παρευρισκόμενου στη Βουλή πρωθυπουργού Παπάγου ο οποίος κατηγόρησε τον Μητσοτάκη για ανακριβή παρουσίαση των γεγονότων. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τη σειρά του ζήτησε από τον Παπάγο να μην τον διακόπτει και να τον αφήσει να αναπτύξει την επερώτηση του, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται. Τα παραπάνω λόγια δημιούργησαν ταραχή στη Βουλή κι ανάγκασαν τον πρόεδρό της να παρέμβει. Ξαναπαίρνοντας το λόγο ο Μητσοτάκης, προτού συνεχίσει την ανάπτυξη της επερώτησης του, δηλώνοντας ότι:
"... δεν θα δώσω οξύτητα εις την ανάπτυξιν της επερωτήσεώς μου. Δεν είμαι όμως ποσώς διατεθειμένος να μη είπω εκείνα τα οποία έχω να είπω...".
Στη συνέχεια το θέμα που τέθηκε ήταν η άποψη της αντιπολίτευσης ότι υπήρξε όντως κίνημα και η διάθεση της συμπολίτευσης να ελαχιστοποιήσει τη σημασία του τότε γεγονότος. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, συνεχίζοντας, είπε ότι η τότε κυβέρνηση αποστράτευσε μετά από νόμιμη διαδικασία τους πρωταίτιους του κινήματος. Και κατόπιν ήρθε η κυβέρνηση του Συναγερμού η οποία:
"...εύρε τους αξιωματικούς αυτούς, όχι απλώς βεβαρυμένους, αλλά ενόχους βαρύτατου αντιπειθαρχικού αδικήματος...".
Στο ίδιο πλαίσιο ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπενθύμισε τις δηλώσεις του ίδιου του Παπάγου, με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1952, ο οποίος, αναφερόμενος στο θέμα του ΙΔΕΑ και του κινήματος της 30ής Μαΐου 1951, αξιολόγησε το κίνημα ως αντιπειθαρχικό και ότι οι αξιωματικοί έπρεπε να τιμωρηθούν αυστηρότατα:
"...Ο ίδιος ο κ. Παπάγος, ο οποίος εδήλου την εποχήν εκείνη ότι έπρεπε να επιβληθούν αυστηρόταται κυρώσεις, ως πρόεδρος της κυβερνήσεως τους επανέφερεν. Επανέφερε τους ανθρώπους, οι οποίοι εστασίασαν εναντίον...".
Στο σημείο αυτό, το λόγο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη τον σκέπασαν φωνές και θόρυβος από τα έδρανα της συμπολίτευσης που τον ανάγκασαν να διακόψει. Παίρνοντας εκ νέου το λόγο συνέχισε λέγοντας ότι ο Παπάγος:
"...επανέφερεν εις το στράτευμα τους αξιωματικούς αυτούς και σήμερον οι αξιωματικοί αυτοί ... υπηρετούν εις το στράτευμα...".
Στη συνέχεια του λόγου του, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην παράνομη οργάνωση του ΙΔΕΑ, διάβασε κείμενα με τους σκοπούς της οργάνωσης για να καταλήξει:
"...Βλέπετε το κείμενον αυτό, το οποίον είναι ιταμόν δείγμα των προθέσεων των ανθρώπων αυτών, εις ποίους ανθρώπους παραδίδεται σήμερον, εν μέρει τουλάχιστον, ο εθνικός μας στρατός. Βλέπετε ποίων προθέσεων άνθρωποι ήσαν, πόσο αδίστακτοι εις τα μέσα των και ποίαι ήσαν αι ωμολογουμέναι επιδιώξεις των. Διότι δεν είναι πλέον μια οργάνωσις...".
Στο σημείο αυτό τον διέκοψε ο αντιπρόεδρος Π. Κανελλόπουλος, λέγοντας για τους «Ιδεατές» αξιωματικούς ότι: «...ανθίσταντο κατά των εχθρών της πατρίδος».
Αυτό προκάλεσε τα χειροκροτήματα της συμπολίτευσης και την επιτίμηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη:
"...Λυπούμαι ειλικρινέστατα δια την προσθήκη, την οποία εκάματε αυτήν την στιγμήν, διότι εμφανίζεσθε έτσι ωσάν να λαμβάνετε υπό την προστασίαν σας το επονείδιστον αυτό έγγραφον. Δεν είναι δυνατόν εις ουδένα επιτετραμμένον, και δη εις εν ενεργεία αξιωματικούς ... να μας ομιλούν περί δημιουργίας κυβερνήσεως και περί δολοφονιών προσωπικοτήτων, τας οποίας αυτοί θα εθεώρουν εμπόδιον εις τους οιουσδήποτε σκοπούς των...".
Τέλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ανέπτυξε το δεύτερο σκέλος της επερώτησης του, τις αποστρατείες αξιωματικών:
"...Και επακολουθεί κατά την κρίσιν των υποστρατήγων αθρόα αποστρατεία διαδοχική, ... 14 υποστρατήγων οι οποίοι αποτελούν όλοι επίλεκτα στελέχη του εθνικού μας στρατού. Κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι εις τας συνήθειας μου ούτε να επαινώ πρόσωπα, ούτε να επιτίθεμαι εναντίον άλλων προσώπων. Εκείνο όμως το οποίον επιθυμώ να είπω είναι ότι κατά πάγκοινον ομολογίαν οι άνθρωποι εκείνοι τους οποίους ομαδικώς, εντός 6 μηνών, κάμνοντας τρομακτικάς και πρωτοφανείς προγραφάς, απεστράτευσεν η κυβέρνησις, απετέλουν και αποτελούν κοσμήματα του ελληνικού στρατού, ήσαν αξιωματικοί οι οποίοι διακρίνονται και δια το ήθος και δια την μόρφωσιν την επαγγελματικήν την οποίαν είχον αλλά ήσαν πολεμισταί δοκιμασθέντες επί των πεδίων των μαχών και διοικήσαντες μεγάλας μονάδας...",
και συνέχισε κατηγορώντας την κυβέρνηση γιατί από τη μια επανέφερε στο στράτευμα στασιαστές και από την άλλη αποστράτευσε καθόλα ικανούς αξιωματικούς απλώς γιατί:
"...δεν ευρέθησαν συμπαθούντες προς την κατάστασιν, η οποία υπάρχει σήμερον εις το στράτευμα...".
Και επεσήμανε ότι το γεγονός αυτό:
"...δημιουργεί βεβαίαν την υπόνοιαν και δημιουργεί την ανησυχίαν ότι επιχειρείται παρέμβασις εις το στράτευμα προς το σκοπόν να επηρεασθή ο εθνικός μας στρατός δια να γίνη όργανο κομματικών επιδειώξεων... Ακόμη, κ. συνάδελφοι, επιθυμώ να είπω κάτι το οποίον κάτω εις τον κόσμον λέγεται και συζητείται. Η ύπαρξις κλίκων μέσα εις το στράτευμα δημιουργεί ως μοιραίαν συνέπειαν την πρόωρον τάσιν αναρριχήσεων εις τα ανώτατα αξιώματα και δη-μιουργεί την ανάγκην να διατηρώμεν μια σύνθεσιν του στρατού, την οποίαν ίσως δεν θα εχρειαζόμεθα...".
Και τελείωσε την ομιλία του κατηγορώντας ευθέως την κυβέρνηση ότι επαναφέρει σε ηγετικές θέσεις του στρατεύματος τους αρχηγούς του ΙΔΕΑ, προκαλώντας πέραν των άλλων και κίνδυνο διχασμού στις ένοπλες δυνάμεις. Και υπενθύμισε πόσο ακριβά επλήρωσε η χώρα το διχασμό, τονίζοντας την ανάγκη αλλαγής της κυβερνητικής πολιτικής, γιατί με την εμμονή της στην παρούσα πολιτική το αποτέλεσμα θα είναι:
"...να διχάση και να μειώση τη μαχητικήν δύναμιν του εθνικού στρατού...".
Το Μάρτιο του 1955 επίσης, σε σχετική συζήτηση στη Βουλή, επ' ευκαιρία της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που ζητούσε την απαγόρευση της κυκλοφορίας των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπερασπίστηκε το λογοτεχνικό έργο του κορυφαίου έλληνα συγγραφέα. Ειδικότερα, στην εν λόγω συζήτηση τόνισε: "απανταχού της Ευρώπης και απανταχού δύναμαι να είπω της γης, από της Ελλάδος μέχρι των Σκανδιναβικών κρατών και της Αμερικής, μέχρι Γαλλίας και Αγγλίας. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν είναι όμως μόνον ένας μεγάλος λογοτέχνης, είναι ταυτοχρόνως και ένας αληθινός πατριώτης… Επιπροσθέτως κ. συνάδελφοι, κατά την ιδική μου αντίληψιν, ο Νίκος Καζαντζάκης είναι και ένας αληθινός χριστιανός. Έχει βαθύ και πηγαίον θρησκευτικό συναίσθημα, ‘όπως αποδεικνύει το τελευταίον του βιβλίον «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» το οποίον εκυκλοφόρησεν εις την Ελλάδα. Θέλω να πιστεύω ότι η ελληνική κυβέρνησις, η οποία είναι κυβέρνησις ελευθέρας δημοκρατικής χώρας, η οποία πάντοτε πρωτοστάτησεν εις την ελευθερίαν του λόγου και της σκέψεως, δεν θα παρασυρθή εις το ολίσθημα να προχωρήση εις την απαγόρευσιν της κυκλοφορίας αυτών …."
Από την περίοδο εκείνη επίσης, είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται και τα ηγετικά του προσόντα. Στη μεγάλη κρίση ηγεσίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων το 1958, σε ηλικία 40 ετών, έθεσε υποψηφιότητα για την αρχηγία της παρατάξεως και ψηφίστηκε από το 1/3 (έλαβε 95 ψήφους) των βουλευτών του κόμματος. Στη συνέχεια, το 1960 πρωταγωνίστησε στην "Ομάδα των 10» (Κ. Μητσοτάκης, Γ, Μαύρος, Γ. Νόβας, Στ. Αλλαμανής, Ι. Τούμπας, Φ. Ζαΐμης, Π. Παπαληγούρας, Ι. Ζίγδης, Γ. Μπακατσέλος και Γ. Ράλλης) και συμμετείχε στον νέο κεντρώο πολιτικό σχηματισμό με την ονομασία "Δημοκρατικό Κέντρο – Αγροτική Φιλελεύθερη Ένωση".
Στόχος του πάντα ήταν η ενότητα του Κέντρου. Έτσι, σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην προσπάθεια συνενώσεως των κεντρώων δυνάμεων και τη δημιουργία της Ενώσεως Κέντρου το 1961, όταν μετά το θάνατο του Γ. Καρτάλη και σε συνεργασία με άλλους νέους πολιτικούς της παρατάξεως, προωθήθηκε στην ηγεσία του κόμματος ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Υπήρξε βασικό στέλεχος της Ενώσεως Κέντρου και πρωταγωνιστής του "Ανένδοτου Αγώνα". Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στις Κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου το 1963 και 1964. Μετά την 15 Ιουλίου του 1965 ανέλαβε Υπουργός Συντονισμού.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κρίση του Ιουλίου του 1965, γεγονός που σημάδεψε την περαιτέρω πορεία του. Αφού κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να αποφευχθεί η κρίση, συμμετέσχε στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τα στελέχη της Ενώσεως Κέντρου που διαφωνούσαν προς την πολιτική της ρήξης με το Βασιλέα. Αποκαλυπτική για το χρονικό της κρίσης είναι η ομιλία του στη Βουλή στις 3 Αυγούστου του 1965. Μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες (κυβερνήσεις Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα και Ηλία Τσιριμώκου), σχηματίσθηκε η κυβέρνηση Στεφάνου Στεφανοπούλου που έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης το Σεπτέμβριο του 1966. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διετέλεσε υπουργός Συντονισμού στις κυβερνήσεις Νόβα και Στεφανοπούλου. Οι οικονομικοί δείκτες των ετών 1965-1966 υπήρξαν από τους πιο ικανοποιητικούς μέχρι τότε παρά τις πολιτικά υποκινούμενες απεργιακές κινητοποιήσεις. Παράλληλα, κατά το τέλος του 1965 ελήφθησαν ριζικά νομισματικά μέτρα που επέφεραν την εκτόπιση της χρυσής λίρας από την ελληνική οικονομία με απώτερα αποτελέσματα την εισροή μεγάλων ποσοτήτων χρυσών λιρών στην Τράπεζα της Ελλάδος, τη σημαντική αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων, την ανακοπή διαρροής συναλλάγματος και εν γένει την εμπέδωση της νομισματικής σταθερότητας. Η κυβέρνηση Στεφανοπούλου όμως ανετράπη τον Δεκέμβριο του 1966, μετά από μυστική συμφωνία του τότε Βασιλέα Κωνσταντίνου με τους Γεώργιο Παπανδρέου και Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Η συμφωνία εκείνη, την οποία αποκάλυψε και κατήγγειλε η εφημερίδα "Ελευθερία" την 1 Ιανουαρίου 1967 με τίτλο "Μνημόνιον της Συνωμοσίας", είναι σήμερα ιστορικά βεβαιωμένη και ομολογημένη από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, οδήγησε δε στο σχηματισμό της κυβερνήσεως Παρασκευοπούλου από εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες. Ο Μητσοτάκης, ως εκπρόσωπος του κόμματος "Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον" (ΦΙ.ΔΗ.Κ.), ζήτησε από το βήμα της Βουλής, το σχηματισμό κυβέρνησης με συμμετοχή των δύο μεγάλων κομμάτων, επισημαίνοντας από τότε τον κίνδυνο της δικτατορίας. Η αδικαιολόγητη όμως ανατροπή της κυβέρνησης Παρασκευοπούλου από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο άνοιξε το δρόμο για τη συνταγματική εκτροπή.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μετά από μακρά περίοδο σιωπής, διετύπωσε μια ολοκληρωμένη άποψη για την πολιτική κρίση 1965-66 πολλά χρόνια αργότερα, το 1989 με την έκδοση της δίτομης πολιτικής του βιογραφίας, από τις εκδόσεις "Παπαζήση", την οποία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η τοποθέτησή του για τα δραματικά εκείνα γεγονότα συνοψίζεται στα εξής σημεία:
Η πολιτική κρίση του Ιουλίου 1965 θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Δεν θα υπήρχε διαφωνία εάν ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν είχε κάνει το λάθος να παραχωρήσει στον τότε Βασιλέα, ήδη από τις εκλογές του 1963-64, το δικαίωμα να έχει αποφασιστική γνώμη στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αιφνίδια σκλήρυνση της στάσης του Παπανδρέου στο θέμα αυτό, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Ανακτόρων, τα οποία επέμειναν να διατηρήσουν τα κεκτημένα.
Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα του εκλεγμένου Πρωθυπουργού να επιλέγει τους υπουργούς του και ο ίδιος ασφαλώς δικαιούται να αναλάβει και προσωπικά οποιοδήποτε υπουργείο. Αφού όμως η επιλογή αυτή τον οδηγεί σε ρήξη με το ρυθμιστή του πολιτεύματος, σε μια εποχή που ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν τον ευνοεί, οφείλει να αντιμετωπίσει και την περίπτωση ενός συμβιβασμού τακτικής. Τον συμβιβασμό συνέστησαν όλα τα βασικά στελέχη της κυβερνήσεως πλην του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο πρωθυπουργός όφειλε να σκεφθεί ότι παραιτούμενος εξωθούσε τον Κωνσταντίνο στο δίλημμα: εκλογές με χαρακτήρα δημοψηφίσματος ή βασιλική δικτατορία. Του ζητούσε δηλαδή να διαλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία ή την εκτροπή.
Η εκ των υστέρων αυτοκριτική της Αριστεράς για τις κινητοποιήσεις και την αδιάλλακτη στάση της στα γεγονότα του 1965 δικαιώνει σήμερα την πολιτική εκείνων που προσπάθησαν τότε, με βαρύτατο προσωπικό πολιτικό κόστος να συμβάλουν σε μια λύση εκτόνωσης.
Το σενάριο της "συνωμοσίας" δεν ευσταθεί δεδομένου ότι οι υποτιθέμενοι "συνωμότες" κατέβαλαν αγωνιώδεις προσπάθειες για να αποτρέψουν τη ρήξη, να αποτρέψουν δηλαδή το γεγονός, χωρίς το οποίο "συνωμοσία" δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Η βεβιασμένη εξάλλου και άκομψη ορκωμοσία του Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει το παρασκήνιο μια οργανωμένης συνωμοσίας, αλλά με την απαράδεκτη προχειρότητά της επέτρεψε από την πρώτη στιγμή στον Γεώργιο Παπανδρέου να κερδίσει τη μάχη των εντυπώσεων.
Υπήρξε όμως παρασκήνιο όχι για την ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά για την ανατροπή της κυβέρνησης Στεφάνου Στεφανοπούλου. Η συμφωνία μεταξύ Βασιλέως, Γεωργίου Παπανδρέου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που την εποχή εκείνη έμεινε κρυφή, αποτελεί σήμερα ένα ιστορικό γεγονός. Με τη συμφωνία αυτή ανετράπη μια κυβέρνηση που μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές, μια κυβέρνηση στη δεκαπεντάμηνη διαδρομή της οποίας η οικονομία είχε ανακάμψει εντυπωσιακά, το πολιτικό κλίμα είχε εκτονωθεί και είχαν δρομολογηθεί λύσεις για κρίσιμα εθνικά ζητήματα. Η προσπάθεια αυτή προσέγγισης των δύο μεγάλων κομμάτων ήταν από την αρχή καταδικασμένη γιατί απεκρύβη από το λαό μια συμφωνία, που μόνο η δημόσια παραδοχή της την καταξίωνε και της έδινε προοπτική.
Σε συνέντευξή του το 2001 ο Κ. Μητσοτάκης σχολίασε για την κίνηση της «Αποστασίας» από την Ε.Κ.:
«Έχω μετανιώσει, γιατί θα μπορούσα εκείνη την ώρα να δείξω λιγότερη ευαισθησία απέναντι των εξελίξεων και αντί να πάω να ορκιστώ, να πάω στο Καστρί και να κοιτάξω να συμφιλιώσω και πάλι τον Βασιλέα με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ίσως μπροστά στο φάσμα του απειλουμένου εμφυλίου πολέμου να ήσαν σοβαρότεροι και οι δύο. Διότι και η μια μεριά και η άλλη είχε άδικο. Κατά τη δική μου αντίληψη και το είχα πει τότε εις τον Γέρο, ότι επιτέλους ο Κωνσταντίνος, ο τότε Βασιλεύς ήτο νέος, άπειρος, υφίστατο και κακές επιρροές, σίγουρα υφίστατο κακές επιρροές γύρω του, δεν αναφέρομαι κατ" ανάγκη στη Βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία κι αυτή είχε ορισμένες φορές ακραίες θέσεις, είχε πολλά προσόντα, αλλά είχε και αδυναμίες που οφείλονται ίσως στην καταγωγή της και στην ψυχολογία την οικογενειακή, αλλά αναφέρομαι και σε πολλούς άλλους, είχε αδυναμίες, είχε ο Βασιλεύς άδικο. Αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν ένας ώριμος πολιτικός, ο οποίος θα έπρεπε εκείνη την ώρα να δείξει περισσότερη λογική και να παραδεχθεί ότι χρειαζόταν μια μικρή υποχώρηση. Σας είπα, ότι αναγκάστηκε στη συνέχεια να κάνει πολύ μεγαλύτερη για να αποφύγει».