Κατά την μετά το 1993 περίοδο, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργούς τόσο τον Ανδρέα Παπανδρέου, όσο και τον Κώστα Σημίτη, ακολούθησαν σε πολλά σημεία την πολιτική που χάραξε η κυβέρνηση Μητσοτάκη -η οποία είχε δικαιωθεί τόσο ιδεολογικά όσο και προγραμματικά –αλλά, εφαρμόστηκε αποσπασματικά και αναποτελεσματικά.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατά την περίοδο αυτή, παρέμεινε ενεργός στη Βουλή όπως έκανε σε όλο του τον κοινοβουλευτικό βίο, στηρίζοντας εκσυγχρονιστικές πολιτικές όταν και όπου εφαρμόζονταν και στηρίζοντας το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να παίξει το ρόλο του, συνεχίζοντας την προσφορά του στην πολιτική ζωή της χώρας.
Το 1994, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υφίσταται σειρά πολιτικών διώξεων από τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οι οποίες κατέρρευσαν λόγω παντελούς έλλειψης στοιχείων ήδη από την προανακριτική φάση. Συγκεκριμένα, στις 11 Ιανουαρίου 1994 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προτείνει την σύσταση εξεταστικής επιτροπής για την πώληση της ΑΓΕΤ, η οποία εξελίσσεται σε προανακριτική με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 1994 να παραπεμφθούν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Ανδρέας Ανδριανόπουλος και Ι. Παλαιοκρασσάς.
Στις 12 Ιανουαρίου 1994 επίσης, συστήνεται έπειτα από πρόταση του ΠΑΣΟΚ, προανακριτική για τις τηλεφωνικές υποκλοπές με κατηγορούμενους τους Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και Ντόρα Μπακογιάννη, οι οποίοι τελικά, παραπέμφθηκαν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Με δεδομένο τον κίνδυνο για το ΠΑΣΟΚ και τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, της αποκάλυψης της εκστρατείας σπίλωσης και κατασυκοφάντησης του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των στελεχών της κυβέρνησής του, τον Ιανουάριο του 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου ζήτησε την αναστολή των διώξεων για τα πολιτικά πρόσωπα.
Η κίνηση αυτή, προκάλεσε την αντίδραση του τότε προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Μιλτιάδη Έβερτ ο οποίος, μιλώντας στην βουλή στις 28 Ιανουαρίου 1994 εξέφρασε επιφυλάξεις για τις κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί εναντίον του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των υπολοίπων στελεχών της Ν.Δ. και ζήτησε τη διαλεύκανση των υποθέσεων, ώστε να μην μείνουν σκιές. Στη συνέχεια το ελληνικό κοινοβούλιο με μυστική ψηφοφορία, ψήφισε κατά της παραπομπής πολιτικών προσώπων.
Σύμφωνα με την άποψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η κίνηση αυτή από τον Ανδρέα Παπανδρέου έγινε διότι φοβήθηκε την έκβαση της υπόθεσης στο Ειδικό Δικαστήριο.
Στις 22, 23 και 24 Απριλίου 1994, πραγματοποιήθηκε το Γ' Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στην Χαλκιδική. Στην ομιλία του κατά την διάρκεια των εργασιών του Συνεδρίου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τόνισε:
…."Τον τελευταίο καιρό ακούω διάφορες παράδοξες θεωρίες για το δικό μου ρόλο μέσα στο κόμμα. Διάφοροι, βασιλικότεροι του βασιλέως, σπεύδουν συνήθως να τις ενθαρρύνουν και να τις πολλαπλασιάσουν. Ας μην ανησυχούν, όμως, και ας μην προσπαθούν ματαίως. Εγώ δεν πρόκειται να κάνω ποτέ οτιδή¬ποτε που θα έβλαπτε το κόμμα. Θα πράξω μόνο ό,τι το υπηρετεί.
Πονάω αυτό το κόμμα. Θα σας λέω πάντοτε τι πιστεύω για την πορεία του με ειλικρίνεια, με θετικό και εποικοδομητικό τρόπο, γιατί θεωρώ ότι η ενό¬τητα είναι υπεράνω κάθε προσωπικού συναισθήματος, κάθε προσωπικής πικρίας.
Ένας άλλωστε από τους λόγους που επέλεξα την αποχώρησή μου από την ηγεσία, ήταν η επιθυμία μου να συμβάλλω στην αποκατάσταση της ψυχικής ενότητας στο κόμμα. Με τη στάση μου, τόσο στην προεκλογική περίοδο, όσο και στις διαδικασίες της άψογης εκλογής του νέου αρχηγού, φρόντισα και επέ¬τυχα να πάρει η νέα ηγεσία το κόμμα πραγματικά ενωμένο. Θέμα ηγεσίας στο κόμμα μας δεν υφίσταται. Ουδείς την αμφισβητεί ή είναι θεμιτό σήμερα, έξι μόλις μήνες μετά την εκλογή της, να την αμφισβητήσει. Πεποίθησή μου είναι ότι μια νέα ηγεσία πρέπει να έχει τη συνδρομή και τη στήριξη όλων μας, να κάνει τη δουλειά της όσο καλύτερα μπορεί. Και φυσικά θα κριθεί και αυτή, όπως όλοι μας, από τα αποτελέσματα που θα επιτύχει.
Φίλες και φίλοι, είναι δυσάρεστη η διαπίστωση την οποία αισθάνομαι όμως ότι έχω χρέος να κάνω, ότι δηλαδή σήμερα η ελληνική πολιτική ηγεσία, στο σύνολό της, δεν θέτει προς συζήτηση τα μεγάλα προβλήματα του τόπου, τα δύσκολα θέματα, τα εθνικά και οικονομικά, που απαιτούν από τους πολιτι¬κούς δυσάρεστα λόγια και δυσάρεστες πράξεις. Είναι κυριολεκτικώς σαν να μην υπάρχουν. Έτσι, ο ελληνικός λαός καταλήγει να ζει στο δικό του κόσμο, αποκομμένος από την πραγματικότητα, γιατί σχεδόν κανείς δεν έχει το θάρρος και την ειλικρίνεια να του την περιγράφει.
Η Νέα Δημοκρατία ως κυβέρνηση και εγώ ως πρωθυπουργός επί τρία χρόνια είχα το θάρρος να μιλήσω στον ελληνικό λαό με τη γλώσσα της αλήθειας, γιατί πιστεύω ότι ο λαός μας θέλει και μπορεί να ακούσει την αλήθεια. Δεν του είναι ασφαλώς ευχάριστο, κανείς λαός δεν θέλει να ακούει τα δυσάρε¬στα, όμως, αν τον βοηθήσουν οι ηγέτες του - ο ελληνικός λαός έχει ισχυρό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης - θα κάνει τις αναγκαίες θυσίες, θα δώσει τη μάχη της επιβίωσης και θα την κερδίσει.
Σήμερα, δυστυχώς, η πολιτική μας ζωή κινείται μέσα στο κενό. Κυριαρχούν τα ωραία, τα ευχάριστα, τα ανούσια λόγια. Πώς να έχει υπόληψη ο πολιτικός κόσμος, αν δεν μιλά τη γλώσσα της αλήθειας; Αν ακολουθεί τυφλά τις επιθυμίες του λαού; Αν του εξάπτει τα πολιτικά του πάθη; Αν υποκύπτει στις σειρήνες του λαϊκισμού και της δημοκοπίας;
Γιατί, άλλωστε, πολιτευόμαστε εμείς οι πολιτικοί; Για να μαλώνουμε μεταξύ μας, μοιράζοντας αξιώματα; Ή για να υπηρετούμε το λαό; Εγώ τουλάχιστον, Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες, από τη θέση στην οποία βρίσκομαι, αισθάνομαι το χρέος να λέω την αλήθεια, όπως την πιστεύω, όπως έκανα σε όλη μου τη ζωή, όπως το έκανα και ως πρωθυπουργός. Πολιτική στρουθοκαμήλου, μετά 50 χρόνια πολιτικής ζωής, δεν πρόκειται να ακολουθήσω".

…."Φίλες και φίλοι, Ελλάδα ισχυρή που να μπορεί να προασπίσει τα συμφέροντα του ελληνισμού δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισχυρή οικονομία. Στην οικονομία, το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι τα ελλείμματα και το τερά¬στιο δημόσιο χρέος. Όλα τ' άλλα έρχονται δεύτερα στη σειρά. Μαγικός τρόπος για να ξεφύγουμε από τα ελλείμματα και το χρέος δεν υπάρχει.
Πρέπει οι Έλληνες να το πάρουμε απόφαση. Δεν είναι δυνατόν να ζούμε και να ξοδεύουμε αιωνίως υπεράνω των δυνάμεών μας. Η Νέα Δημοκρατία ως κυβέρνηση υπήρξε έντιμη έναντι του ελληνικού λαού. Είπαμε την αλήθεια, εφαρμόσαμε μια δύσκολη πολιτική, μια πολιτική θυσιών. Ίσως δεν προχωρήσαμε όσο γρήγορα έπρεπε στην πρώτη φάση, όμως μείναμε αμετακίνητοι, αταλάντευτοι στη σωστή πορεία και τα πρώτα αποτελέσματα φάνηκαν στη μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος, στον πληθωρισμό και τα επιτόκια".

….."Φίλες και φίλοι, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Εύχομαι να βρει η κυβέρνηση την ικανότητα και τη δύναμη να πράξει το σωστό. Δεν τολμά. Είμαι βέβαιος ότι στη Νέα Δημοκρατία θα πέσει και πάλι η ευθύνη ν' αρχίσει μια νέα προσπάθεια. Προσπάθεια που θα είναι ακόμα πιο δύσκολη απ' αυτήν που κάναμε την προηγούμενη περίοδο".

…."Σε αυτό το Συνέδριο πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα, για το οποίο νομίζω ότι δεν υπάρχουν μεταξύ μας διαφορές, αλλά τείνει να δημιουργηθεί από μερίδα του Τύπου μια αμφιβολία. Έπαψε η Νέα Δημοκρατία να είναι κόμμα που επιδιώκει την αυτοδύναμη πλειοψηφία; Θα εξακολουθήσει να έχει σαν στόχο αυτοδύναμη κυβέρνηση ή θα επιδιώξει κυβέρνηση συνεργασίας με κομ¬μάτι του ΠΑΣΟΚ ή και με άλλα μικρότερα κόμματα; Είναι ένα θέμα στο οποίο το Συνέδριο πρέπει να δώσει ξεκάθαρη απάντηση.
Και ακόμα: Η πολιτική του '90-'93 ασφαλώς είχε και τα αδύνατα σημεία της. Λάθη έγιναν. Η πάροδος του χρόνου και τα νέα δεδομένα απαιτούν συνεχή ανανέωση, νέες θέσεις, τολμηρότερες πολιτικές. Η αρχή της συνέχειας, όμως, δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η πολιτική του '90-'93, που ξεκάθαρα παρου¬σιάσαμε στην προεκλογική εκστρατεία, ψηφίστηκε από το 39,3% του ελληνικού λαού. Από αυτό το ποσοστό του ελληνικού λαού πρέπει να ξεκινήσουμε, για να ξαναφτιάξουμε την απόλυτη πλειοψηφία. Θα είναι τραγικό λάθος αν κάποιος σκεφτεί να ξαναρχίσουμε από την αρχή".
…. "Φίλες και φίλοι, η Νέα Δημοκρατία - δεν θα κουραστώ να το επαναλαμ¬βάνω, γιατί πρέπει να το καταλάβει και ο τελευταίος Νεοδημοκράτης - είναι σήμερα η τελευταία ελπίδα της Ελλάδας. Για να πετύχει την αποστολή της, πρέπει να διατηρήσει το πολιτικό της εύρος, τη δυνατότητά της να συνθέτει πολιτικά διαφορετικούς ανθρώπους και ιδέες, από ολόκληρη την παραδοσιακή Δεξιά, το Κέντρο, μέχρι και τις παρυφές της Αριστερός".
….."Πρέπει, επίσης, να επισημάνω - και το θεωρώ πολύ σημαντικό - ότι προϋ¬πόθεση για να διατηρήσει η παράταξη την ικανότητά της να προσελκύσει αυτό το ευρύτατο φάσμα πολιτών και στελεχών, είναι αυτό που προηγουμένως είπε ο Πρόεδρος του κόμματός μας: ο θρησκευτικός σεβασμός της δημοκρατικής οργάνωσης του κόμματος, η ανοχή της διαφορετικής άποψης και η ενθάρρυν¬ση της πολυφωνίας.
Τα κόμματα είναι δυνατά και μεγάλα μόνο όταν κάθε μέλος τους αισθάνε¬ται ότι έχει τη δυνατότητα, ελεύθερα και αβίαστα, να λέει αυτά που πιστεύει. Οι αρχηγοί στο κόμμα έρχονται, υπηρετούν και εναλλάσσονται. Η Νέα Δημοκρατία μένει και είμαι βέβαιος ότι θα είναι η κυρίαρχη πολιτική δύναμη και στις αρχές του επόμενου αιώνα".

Tον Ιανουάριο του 1996, έλαβε χώρα ένα από τα πιο σοβαρά επεισόδια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Συγκεκριμένα, στις 31 Ιανουαρίου 1996 έφτασε στο απόγειό της η ελληνοτουρκική κρίση των βραχονησίδων Ίμια με τα γνωστά αποτελέσματα για την Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ως πολύ καλός γνώστης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τοποθετήθηκε για το θέμα τηρώντας μια υπεύθυνη και νηφάλια στάση. Ειδικότερα, σε μακροσκελή δήλωσή του επεσήμανε τα εξής:
"Η ΕΛΛΑΣ βγαίνει από την πρόσφατη κρίση εξασθενημένη και ταπεινωμένη. Ταυτόχρονα, υπέστησαν βαρύ πλήγμα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, κάτι που αποτελεί ζημιά και για τις δύο χώρες, αλλά και γιο το συνολικό κλίμα στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ιδιαίτερα, με τον τρόπο που αντιμετώπισαν το επεισόδιο, έχουν δημιουργήσει δυσπιστία στην ελληνική κοινή γνώμη για την οποιαδήποτε μελλοντική τους διαμεσολάβηση. Η κυβέρνηση, για να καλύψει την υποχώρηση, επικαλείται ότι αρνήθηκε να συνομιλήσει απ' ευθείας με τους Τούρκους. Αρνήθηκε να συνομιλήσει, αλλά υποχώρησε κατά τρόπον απαράδεκτο. Αυτό που την ενοχλεί είναι προφανώς ο διάλογος. Ο διάλογος, όμως, όταν γίνεται υπό σωστές προϋποθέσεις και χωρίς υποχωρήσεις, δεν είναι το πρόβλημα. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποφεύγονται παρόμοιες κρίσεις που οδήγησαν, ως γνωστόν, και τώρα και το 1987 σε ελληνική υποχώρηση. Αντίθετα, με ό,τι συνέβη κατά τη διάρκεια της περιόδου 1990-1993. όταν επιτύχομε να κρατήσουμε ήρεμο και χωρίς σοβαρά προβλήματα το ανατολικό μας μέτωπο επί μια τετραετία.
Θα πρέπει όμως, να καταλάβει η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ότι οι συζητήσεις τις οποίες κάναμε με την Τουρκία, έγιναν πάντοτε με τον προκαταρκτικό και βασικό όρο του σεβασμού και από τις δυο πλευρές της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών, των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών που οι δύο χώρες έχουν υπογράψει. Όρο, τον οποίο, όπως, μπορεί να διαπιστώσει η κυβέρνηση από τα αρχεία του υπουργείου των Εξωτερικών, πάντοτε εδέχθησαν οι Τούρκοι. Και ο Τουργκούτ Οζάλ και ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, όταν ήταν πρωθυπουργοί, τον είχαν αποδεχθεί. Σήμερα οι Τούρκοι για πρώτη φορά αμφισβητούν και με τρόπο, μάλιστα απροκάλυπτο, τις διεθνείς συνθήκες που ρυθμίζουν το καθεστώς του Αιγαίου. Αυτό καθιστά εξ ορισμού αδύνατο κάθε διάλογο μαζί τους όσο διατηρούν αυτή τη θέση. Η Ελλάς δεν πρόκειται σε καμία απολύτως περίπτωση να δεχθεί να αμφισβητηθούν οι διεθνείς συνθήκες, οι οποίες ρυθμίζουν το καθεστώς του Αιγαίου. Σήμερα είναι φανερή εις τον ορίζοντα η πρόθεση των ΗΠΑ να επιδιώξουν επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Για την Ελλάδα, η αμερικανική ανάμειξη δεν μπορεί να είναι εξ ορισμού απαράδεκτη. Η Αμερική είναι σήμερα η μόνη υπερδύναμη, η οποία μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο και για τα δικά μας θέματα και είναι βέβαιο ότι έχουμε τη δυνατότητα με βάση τα δίκαια επιχειρήματά μας, να επηρεάσουμε την αμερικανική πολιτική. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο κ. Χόλμπρουκ ή όποιος άλλος αναλάβει αυτή την αποστολή, ότι:

  1. Οποιαδήποτε αμερικανική μεσολάβηση θα πρέπει να ξεκινήσει από την Κύπρο. Η δίκαιη και μόνιμη επίλυση του Κυπριακού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να επιλυθεί το θέμα του Αιγαίου. Είναι άλλωστε ντροπή για όλους μας και προπαντός για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι ενώ έχουν επιτύχει να επιλύσουν όλα τα μεγάλα ανοικτά διεθνή προβλήματα. ανέχονται να παραμένουν σήμερα στρατεύματα κατοχής και ένα διαχωριστικό τείχος σε μια ευρωπαϊκή χώρα στην καρδιά της Μεσογείου.
  2. Αν, παρά τα όσα εγώ πιστεύω, η Ελλάς, υπό πίεση, δεχθεί να συζητήσει το θέμα του Αιγαίου, τότε είναι υποχρεωμένη προ της ενάρξεως οιουδήποτε διαλόγου, να ασκήσει το δικαίωμα που της δίνει το διεθνές δίκαιο και να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα δώδεκα μίλια."

Λίγο πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1996, η τότε ηγεσία της Ν.Δ. υπό τον Μιλτιάδη Έβερτ, επιδιώκοντας να θέσει τέρμα στο κλίμα εσωστρέφειας που επικρατούσε στο κόμμα την περίοδο εκείνη, συγκάλεσε την 6η Εθνική Συνδιάσκεψη του κόμματος η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21 έως 23 Ιουνίου 1996. Κατά την Συνδιάσκεψη επικράτησε κλίμα ενότητας και όλα τα ηγετικά στελέχη της Ν.Δ. συμφώνησαν στο αίτημα για πρόωρη προσφυγή σε εκλογές. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτηριστική ήταν η ομιλία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ο οποίος τόνισε:
…."Κοινωνικά ανάλγητοι δεν είναι οι υπεύθυνοι πολιτικοί που προετοιμάζουν τη χώρα τους για το μέλλον, αλλά εκείνοι που υιοθετώντας τον λαϊκισμό και τον στρουθοκαμηλισμό, υπονομεύουν την δυνατότητα μιας κοινωνίας να προσφέρει την αναγκαία κοινωνική αλληλεγγύη".

….."Ζούμε ξανά σε μια εποχή ανελέητη για όσους κάνουν λάθη και περισσό¬τερο παρά ποτέ απαιτείται μια ευέλικτη και ρεαλιστική εξωτερική πολιτική. Μια πολιτική με κύρος και διεθνή αξιοπιστία, που δεν θα υποτάσσεται στις σειρήνες της εσωτερικής κατανάλωσης. Αυτή είναι η πραγματικότητα γύρω μας. Η ηγεσία της ελληνικής κοινω¬νίας σήμερα, κλεισμένη στο δικό της κόσμο και έχοντας τοποθετήσει τις ψευ¬δαισθήσεις της και τα μικροσυμφέροντά της στον ομφαλό της γης, έχει επιλέξει να την αγνοεί".

….."Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να υπάρξει λύση στο πρόβλημα του τόπου.
Πρώτη και αυτονόητη προϋπόθεση είναι να διατηρήσει η παράταξή μας την ενότητά της. Η ενότητα όμως έχει νόημα όταν είναι ενότητα με διεύρυνση. Όχι ενότητα με συρρίκνωση, όπως ζητούσαν μέχρι πρότινος μερικές παράφωνες φωνές. Σήμερα ευτυχώς στη βάση αυτή είμαστε νομίζω όλοι σύμφωνοι.
Πρέπει να ανοίξουμε το κόμμα προς όλους εκείνους που απομακρύνθη-καν τα τελευταία χρόνια. Στελέχη και οπαδούς. Να ανοίξουμε όμως την αγκαλιά μας και προς τους ψηφοφόρους άλλων πολιτικών δυνάμεων, όπως κάναμε με επιτυχία το 1989-90. Αυτό είναι ευκολότερο σήμερα, που τα τείχη έχουν πέσει, τα πάθη έχουν κοπάσει και ο λαός έχει πρόσφατη τη νέα διάψευση των ελπίδων του από το ΠΑΣΟΚ. Δεν πρόκειται όμως να επιτευχθεί με την υιοθέτηση μιας πολιτικής ακραίας αντιπαράθεσης. Χρειάζεται μέτρο, υπευθυνότητα και επιμονή στο δημοκρατικό διάλογο, που είναι αποδοτικός όταν συνδυάζει τη σταθερή υποστήριξη των θέσεών μας, με το θάρρος να δεχόμαστε το σωστό, ακόμα και από τους αντιπάλους. Αυτή η στάση αρμόζει στην ιστορία της παρά-ταξής μας και μπορεί να πείσει τα εκατομμύρια πολίτες που απορρίπτουν σήμερα τα κόμματα και τους πολιτικούς.
Αυτονόητη προϋπόθεση επίσης, για να υπάρξει ενότητα με διεύρυνση, είναι η δημοκρατική λειτουργία του κόμματος. Το κόμμα δεν μπορεί να είναι ούτε μεγάλο, ούτε πολυσυλλεκτικό, αν δεν εξασφαλίζει σε όλους όσους συμμετέχουν σ' αυτό τη δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης. Και αυτό δεν αφορά προφανώς την ελευθερία των στελεχών να συμφωνούν με την εκάστοτε ηγεσία. Αφορά στην ελευθερία τους να διαφωνούν και να ασκούν - μέσα στα όρια της ευπρέπειας - κριτική. Αφορά επίσης και στην ισότιμη αντιμετώπιση όλων των στελεχών. Όλοι πρέπει να έχουν τις ευκαιρίες να αναλάβουν τις ευθύνες στις οποίες μπορεί ο καθένας να ανταποκριθεί.
Η ενότητα όμως από μόνη της δεν αρκεί για να επικρατήσει η παράταξή μας στις επόμενες εκλογές. Περισσότερο ακόμα κρίσιμη είναι και η πολιτική την οποία θα προτείνει και ο τρόπος με τον οποίο θα απευθυνθεί στο εκλογικό σώμα. Πώς θα κερδίσουμε την ψήφο του ελληνικού λαού; Θα την κερδίσουμε ασφαλώς προβάλλοντας τη σταθερότητα της ήρεμης δύναμης. Θα την κερδίσουμε όμως προπαντός λέγοντας την αλήθεια και προτείνοντας λύσεις ρεαλιστικές. Τα περιθώρια για λαϊκισμό και δημοκοπία έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Τα πλήρωσε ακριβά ο ελληνικός λαός. Στις επόμενες εκλογές θα εμπιστευτεί εκείνους που θα τον κοιτάξουν στα μάτια και θα έχουν το θάρρος να του πουν την αλήθεια".

Στις βουλευτικές εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου 1996, η Ν.Δ. ηττήθηκε λαμβάνοντας ποσοστό 38,12% έναντι 41,49% του ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός του κόμματος Μιλτιάδης Έβερτ αφού συνεχάρη τον Κώστα Σημίτη για την εκλογική του νίκη, ανέλαβε πλήρως την ευθύνη για την εκλογική ήττα του κόμματος και ανακοίνωσε την παραίτησή του από την ηγεσία της Ν.Δ..
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, το ίδιο βράδυ, σε δήλωσή του για το αποτέλεσμα των εκλογών τόνισε:
"Αυτό που έχω να πω είναι πολύ σύντομο. Οι σημερινές εκλογές έφεραν και πάλι το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Αμφιβάλλω, όμως πολύ, αν έλυσαν το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας. Η Νέα Δημοκρατία ενωμένη και δυνατή, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, αποτελεί τη μόνη εγγύηση και τη μόνη ελπίδα για τη χώρα".
Στο συνέδριο που ακολούθησε το Μάρτιο του 1997 για την ανάδειξη νέου αρχηγού στη Νέα Δημοκρατία, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στήριξε την υποψηφιότητα του Γιώργου Σουφλιά ο οποίος δεν εξελέγη. Μετά την συντριπτική εκλογή, με ποσοστό 69,15% (έλαβε 2.350 ψήφους σε σύνολο ψηφισάντων 3.436) του Κώστα Καραμανλή στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δήλωσε:
"Το συνέδριο επέλεξε με μεγάλη πλειοψηφία τον καινούριο αρχηγό. Του εύχομαι από την καρδιά μου κάθε επιτυχία. ¨όπως έκανα το καθήκον μου μέχρι σήμερα, έτσι θα το κάνω πάντοτε".
Στις 17 Νοεμβρίου 1999 -εν μέσω έντονων αντιδράσεων και εκτεταμένων επεισοδίων - πραγματοποίησε τριήμερη επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για την εκτίμησή του σχετικά με την επίσκεψη Κλίντον στην Αθήνα δήλωσε:
"Σε ό,τι αφορά την προετοιμασία και την οργάνωση της επίσκεψης, η κυβέρνηση, δυστυχώς - το έχω πει, θα το πω και πάλι -απεδείχθη ανίκανη και προπαντός αναποφάσιστη. Πάθαμε ζημιές που δεν χρειαζόταν να τις πάθουμε. Ζημιές, οι οποίες, δυστυχώς, και δεν αναστρέφονται. Διότι, αυτό που έκαμε στο τέλος, να προστατεύσει την παρουσία του προέδρου Κλίντον στην περιοχή της πόλεως που θα εκινείτο, απαγορεύοντας εκεί τις διαδηλώσεις, έπρεπε να το κάμει από την αρχή. Αν το έκανε από την αρχή, δεν θα είχαμε τη συντόμευση και την αλλαγή του προγράμματος. Και όταν επιτέλους απεφάσισε να κινητοποιήσει την Αστυνομία - η οποία πράγματι έκαμε θαυμάσια τη δουλειά της - η κυβέρνηση της έδωσε εντολή, για να μη γίνουν επεισόδια να αφήσει τους «γνωστούς-αγνώστους» να πυρπολήσουν την Αθήνα. Η ζημιά δεν είναι τόσο - τα έχουμε πάθει και άλλοτε και φοβούμαι ότι θα τα παθαίνουμε και στο μέλλον - η υλική ζημιά που υπέστη η Ελλάς. Η μεγάλη εθνική ζημιά είναι, ότι ανά τον κόσμο και ιδίως στην Αμερική εδόθη η εικόνα της Ελλάδας, σαν της πιο αντιαμερικανικής χώρας. Αυτό έμεινε από την επίσκεψη Κλίντον.
Σε ό,τι αφορά πλέον την πολιτική πλευρά της επίσκεψης απεδείχθη ότι αυτό που είπα από την αρχή, ήταν σωστό. Ήταν ένα σοβαρό πολιτικό γεγονός. Με ικανοποίηση σημειώνω, ότι διαπίστωσα ότι η Αμερική σήμερα είναι πολύ ζωηρότερα ενδιαφερόμενη για την περιφέρεια - και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και για το Κυπριακό, αλλά προπαντός και για τα Βαλκάνια - απ' ό,τι ήταν ποτέ στο παρελθόν. Ο δε πρόεδρος Κλίντον ήταν και προσεχτικός και φιλικός. Έκαμε ορισμένες δηλώσεις, που εν πάση περιπτώσει ήταν ευχάριστες για μας.
Απομένει τώρα να δούμε , αν η κυβέρνηση τις εβδομάδες που θα ακολουθήσουν και που θα είναι κρίσιμες μέχρι το Ελσίνκι, θα φανεί πιο ικανή και πιο αποφασιστική, απ' ό,τι δυστυχώς δεν φάνηκε στην προετοιμασία της επίσκεψης Κλίντον. Εύχομαι να συμβεί αυτό."
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε τοποθετηθεί και για το μεγάλο θέμα του ελληνικού Χρηματιστηρίου πολύ πρίν ξεσπάσει το σκάνδαλο με την κατάρρευσή του, το 2000. Σε μια προφητική του ομιλία στη Βουλή στις 22 Νοεμβρίου 1999 είχε αναφέρει:
"Κύριε Πρόεδρε, ο κύριος Υφυπουργός μας είπε απόψε, ότι το θέμα δεν είναι σημερινό, είναι παλαιό και δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι παγκόσμιο.
Δεν νομίζω, πρώτον, ότι έχετε δίκιο στη διαπίστωση αυτή, κύριε Υπουργέ. Είπατε ότι δεν έχει λυθεί πουθενά της γης. Σε πολλές χώρες της γης και πρώτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το πρόβλημα αυτό έχει αντιμετωπισθεί.
Αλλά εκείνο το οποίο δεν φαίνεται να καταλαβαίνει η Κυβέρνηση και είναι ανάγκη να της το πει κανείς καθαρά, είναι ότι, κύριε Πρόεδρε, το ελληνικό χρηματιστήριο στην παρούσα φάση τουλάχιστον, έχει ιδιορρυθμία. Δεν είναι ένα σύνηθες χρηματιστήριο. Είναι ένα χρηματιστήριο το οποίο ουσιαστικά κινδυνεύει να μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν ρουλέτα, σαν καζίνο. Είναι ένα χρηματιστήριο το οποίο δεν λειτουργεί με κανόνες. Είναι ένα χρηματιστήριο στο οποίο υπάρχουν περιπτώσεις όπου μετοχές παίζονται, παιχνίδια παίζονται -το γνωρίζει όλος ο κόσμος αυτό- περιουσίες δημιουργούνται από τη μια στιγμή στην άλλη και φοβούμαι ότι αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια και της οικονομίας, αλλά φοβούμαι και της κοινωνίας, κύριε Υφυπουργέ και κύριε Πρόεδρε.
Κατά συνέπεια, την Κυβέρνηση έπρεπε να την έχει απασχολήσει πολύ το πρόβλημα, διότι αν έλθει η ώρα της αληθείας και η ώρα της κρίσεως, θα υπάρξει πρόβλημα όχι μόνο πολιτικό. Αυτό λίγο με νοιάζει, αν η Κυβέρνηση η σημερινή πληρώσει τα επίχειρα μιας πολιτικής εσφαλμένης, με την έννοια ότι δεν είδε εγκαίρως το πρόβλημα και δεν το αντιμετώπισε. Φοβούμαι ότι θα είναι ένα πρόβλημα κοινωνικό, βαρύ. Κατά συνέπεια δεν δικαιούται η Κυβέρνηση να απαντά απλώς αρνητικά σε μια τέτοια πρόταση. Κύριε Πρόεδρε, εγώ προσωπικά θα έλεγα: Η Επιτροπή Διαφάνειας, με πρωτοβουλία ενδεχομένως του Προεδρείου και πάντως της Βουλής, να απασχοληθεί με το πρόβλημα. Θα προσθέσω ακόμη, κύριε Πρόεδρε και κύριε Υφυπουργέ, ότι δεν είναι το ίδιο ο Βουλευτής με τον Υπουργό. Μην κάνουμε τη συνήθη προσπάθεια, για να μην κάνουμε αυτό που είναι σωστό, να κοιτάξουμε να το επεκτείνουμε προς τα εμπρός. Ενδεχομένως πρέπει και για τους Βουλευτάς να τεθούν περιορισμοί. Δεν το αρνούμαι αυτό. Άλλο, ο Βουλευτής είναι άλλο πράγμα και ο Υπουργός είναι άλλο πράγμα και ο διοικητής μιας τραπέζης είναι άλλο πράγμα Ποιος θα αρνηθεί σήμερα, κύριε Πρόεδρε, σ' αυτήν τη χώρα ότι παίζονται παιχνίδια επί καθημερινής βάσεως, ότι υπάρχουν μετοχές που ονομάζονται φούσκες, οι οποίες έχουν ανέβει εκατό φορές παραπάνω απ' ό,τι πρέπει και ότι τις μετοχές αυτές τις αγοράζουν απλοί Έλληνες πολίτες, οι οποίοι θα κλαίνε αύριο, όταν θα έρθει η ώρα της αληθείας;
Σε ένα τέτοιο φαινόμενο, σε μια τέτοια κατάσταση πρέπει να προστατεύσουμε την τιμή του πολιτικού κόσμου. Γι' αυτό και εγώ, κύριε Πρόεδρε, συντάσσομαι απόλυτα με την άποψη ότι δεν μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον αυτή η συζήτηση και να είναι και θέμα αντιδικίας μεταξύ των κομμάτων. Θα πρέπει να έρθει στην Επιτροπή Διαφάνειας της Βουλής, με τη βοήθεια και του Προέδρου του Σώματος και να ληφθούν αποφάσεις, οι οποίες θα προστατεύσουν στο σύνολο. Όλοι μας έχουμε τον ίδιο στόχο και δεν επιτρέπεται το θέμα αυτό να γίνει αντικείμενο έντονης κομματικής αντιπαράθεσης."
Λίγο πριν τις εκλογές της 9ης Απριλίου 2000, η Νέα Δημοκρατία πραγματοποίησε στις 17, 18 και 19 Μαρτίου 2000, έκτακτο συνέδριο θέσεων και αρχών, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μιλώντας κατά την έναρξη του Συνεδρίου, τόνισε:
"Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Αγωνιστές της μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης,
Είναι μεγάλη χαρά για μένα να σας βλέπω συγκεντρωμένους σήμερα όλους εδώ, από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, τον Κώστα Καραμανλή, μέχρι και τον τελευταίο παλιό μας αγωνιστή. Να σας βλέπω έτοιμους για νέους αγώνες και - προπαντός -έτοιμους για τη μεγάλη μάχη.
Για τη νίκη της παρατάξεώς μας στις εκλογές της 9ης Απριλίου.
Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Όταν τον τελευταίο καιρό οι αντίπαλοι μας, με τα χρήματα των φορολογουμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα δικά σας, κατασκεύαζαν «σπότ», βυθισμένοι στη γνωστή τους προπαγανδιστική αλαζονεία, κάτι το εντελώς διαφορετικό συνέβαινε στη Νέα Δημοκρατία.
Στα προσυνέδρια οι νεοδημοκράτες μιλούσαν για Ανάπτυξη, για Ασφάλεια, για Υγεία, για σωστή Δημόσια Διοίκηση, για Αξιοκρατία, για σύγχρονη Παιδεία.
Αυτή είναι η διαφορά μας!
Αυτή είναι η διαφορά του ΠΑΣΟΚ από τη Νέα Δημοκρατία!
Εκείνοι καλοί στην προπαγάνδα, εμείς πιστοί στην ουσία των προβλημάτων.
Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Με αγάπη και συγκίνηση απευθύνομαι και πάλι σε εσάς!
Είμαι περήφανος για σας! Είμαι περήφανος για όσα κάνατε και συνεχίζετε να κάνετε για το κόμμα μας!
Είμαι περήφανος που υπηρέτησα και υπηρετώ μαζί σας τόσα χρόνια τη Νέα Δημοκρατία.
Είμαι, τέλος, περήφανος που σας βλέπω όλους έτοιμους για την κορυφαία αυτή μάχη. Μας συνδέουν κοινοί αγώνες. Μαζί οδηγήσαμε το κόμμα αυτό τρεις φορές σε πρωτόγνωρες εκλογικές νίκες, μετά τη θεομηνία της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ. Μαζί φέραμε τη Νέα Δημοκρατία στο θρίαμβο του 47%, αλλά δοκιμάσαμε και την πίκρα της προδοσίας.
Όμως - ακόμα και την κακή εκείνη ώρα - κρατήσαμε ψηλά, κοντά στο 40%, τη σημαία της Νέας Δημοκρατίας.

Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,

Είμαστε περήφανοι και νοιώθουμε βαθιά δικαιωμένοι για τον ουσιαστικό θρίαμβο της ιδεολογίας και της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας - ακόμα και τώρα που δεν βρίσκεται στην εξουσία.
Εμείς είπαμε την αλήθεια στο λαό.
Κάναμε σκληρό αγώνα για τις θέσεις μας, που τελικά δικαιώθηκαν και στην Ελλάδα και παγκόσμια.
Τώρα αισθανόμαστε βαθιά ανθρώπινη και πολιτική ικανοποίηση για τη δικαίωση τόσο των θέσεων όσο και των αγώνων μας.
Υπάρχει σήμερα παγκόσμια, με διαφορές ίσως από χώρα σε χώρα, με παραλλαγές από κόμμα σε κόμμα, μία ιδεολογία.
Η δική μας φιλελεύθερη ιδεολογία.
Αλλά κυριάρχησε και στην Ευρώπη η δική μας αντίληψη για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Για την ενοποιητική ευρωπαϊκή διαδικασία.
Αυτή τη διαδικασία που την ξεκίνησε, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο ιδρυτής της παρατάξεώς μας, και την οποία ο ίδιος ολοκλήρωσε, με το ΠΑΣΟΚ να απουσιάζει και να υπόσχεται και μετά τη ψήφιση δημοψήφισμα αποχώρησης!
Και είναι πηγή ιδιαίτερης ικανοποίησης για μένα ότι, ως υπουργός Συντονισμού τότε, έπαιξα ρόλο στο να ολοκληρωθεί αυτή η πορεία.
Όπως το έπραξα και πολύ αργότερα όταν, ως πρωθυπουργός, υπέγραψα τη συνθήκη που απετέλεσε το δεύτερο μεγάλο σταθμό στην πορεία για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Τη συνθήκη του Μάαστριχτ.
Η ευρωπαϊκή μας πορεία είναι η πολιτική για την οποία πάλεψε η Νέα Δημοκρατία. Οι αντίπαλοί μας μάς νίκησαν στις δύο τελευταίες εκλογές. Αλλά έζησαν και ζουν έκτοτε την τραγωδία του νικημένου νικητή.
Αφού πολέμησαν με πάθος - και με όλα τα μέσα - τις δικές μας επιλογές, βρέθηκαν αναγκασμένοι από τη ζωή, από την Ευρώπη, από τη διεθνή κατάσταση, από την εξέλιξη που ακολουθεί η διεθνής οικονομία, να υιοθετήσουν - και να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν όπως, όπως - τις δικές μας αρχές, τη δική μας πολιτική.
Τώρα, σ' αυτές τις εκλογές, έρχεται η ώρα της τελικής δικαίωσης για τη Νέα Δημοκρατία. Στο τέλος –τέλος αρμοδιότεροι να εφαρμόσουμε την δική μας πολιτική είμαστε εμείς!

Φίλες και φίλοι,
Το ΠΑΣΟΚ, αντίθετα από το κόμμα μας, δεν είχε ποτέ το θάρρος να πει την αλήθεια. Το παλιό ΠΑΣΟΚ έλεγε το αντίθετο της αλήθειας. Και το δήθεν «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ μας λέει την μισή αλήθεια. Το ΠΑΣΟΚ στήριξε την προσπάθεια της χώρας για την ένταξη της ΟΝΕ αποκλειστικά στην νομισματική πολιτική, που άλλωστε ασκήθηκε ουσιαστικά από την Τράπεζα της Ελλάδος και τον ικανό διοικητή της. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση δεν απετόλμησε να προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές, ούτε σε αποκρατικοποιήσεις, τις οποίες αντικατέστησε με τις μίζερες –εισπρακτικού καθαρώς περιεχομένου –μετοχοποιήσεις, που ασφαλώς δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Δεν προχώρησε ακόμα ούτε σε απελευθέρωση αγορών, όπως των αγορών ενέργειας, μεταφορών, επικοινωνιών και ιδίως στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας.
Επέμεινε απλώς στη λύση των προβλημάτων δια της φορολογίας. Προτίμησε την σύγκλιση με φορολογία αντί για τη σύγκλιση με μεταρρυθμίσεις. Έτσι - μετά από επτά χρόνια θυσιών του λαού - η χώρα μας πληρεί επιτέλους τα ονομαστικά κριτήρια της ΟΝΕ.
Αλλά πόσο ανταγωνιστική είναι πια η ελληνική οικονομία; Πώς μιλάει ο κ. Σημίτης για «ισχυρή Ελλάδα» όταν εισάγουμε - επί των ημερών του - τέσσερις φορές περισσότερα από ό,τι εξάγουμε; Θυμίζω ότι, μέχρι το 1993 που έφυγε η Νέα Δημοκρατία από την εξουσία, η σχέση εισαγωγών - εξαγωγών ήταν ένα προς δύο. Τώρα είναι ένα προς τέσσερα.
Αυτή είναι η ισχυρή Ελλάδα για την οποία ομιλεί ο κ. Σημίτης; Όταν φούντωσε η ανεργία; Όταν αυξήθηκαν οι Περιφερειακές, οι κοινωνικές και οι εισοδηματικές ανισότητες; Όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση η Παιδεία, η Δημόσια Τάξη και η Υγεία;
Δεν είναι τυχαίο, νεοδημοκράτες και νεοδημοκράτισσες, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κρούει τώρα τον κώδωνα του κινδύνου και μας επισημαίνει την ανάγκη «διατηρησιμότητας» των κριτηρίων.
Μετά την είσοδο της Ελλάδος στην ΟΝΕ δεν προβλέπεται κανονικά καμία περαιτέρω διαπραγμάτευση. Το γεγονός ότι γίνεται συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη διατηρησιμότητα των Ελληνικών κριτηρίων οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε πήλινα πόδια, ότι δεν είναι ανταγωνιστική και ότι έχει ακόμα μακρύ και δύσκολο δρόμο να διανύσει για να επιβιώσει στην οικονομικά ενωμένη Ευρώπη.
Οι Ευρωπαίοι δεν είναι αφελείς.
Ευλόγως ρωτούν αν τα κριτήρια - που ονομαστικά πληρούμε σήμερα - θα διατηρηθούν.
Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Αυτά που σας είπα εξηγούν το γιατί αναγκάστηκε ο κ. Σημίτης να καταφύγει για δεύτερη φορά σε πρόωρες εκλογές παρά το ότι είχε δηλώσει το αντίθετο. Για δεύτερη φορά, όπως και το 1996, αποδεικνύει ότι είναι αναξιόπιστος.
Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει καλά τι δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια. Γνωρίζει τις μισές αλήθειες με τις οποίες κατάφερε να φτάσει ως εδώ. Αλλά τα ψέματα τελειώνουν. Και μπροστά μας βρίσκεται η πρόκληση για πραγματικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία.
Αυτές που το ΠΑΣΟΚ πολέμησε για δύο δεκαετίες. Αυτές που το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ ανέβαλε, για επτά χρόνια επιβάλλοντας στη θέση τους θυσίες. Αυτές τις οποίες δεν πιστεύει. Αυτές που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.
Το ΠΑΣΟΚ, φίλες και φίλοι, ετερμάτισε το βίο του. Κούρασε – και έχει το ίδιο κουραστεί. Απέδωσε ότι μπορούσε. Απέτυχε στους κυριότερους τομείς δράσης μιας Κυβέρνησης. Ο ελληνικός λαός θα το καταδικάσει στις προσεχείς εκλογές, όχι τόσο για την οικονομική του πολιτική, όπου επέτυχε τουλάχιστον στα ονομαστικά κριτήρια ένταξης στην ΟΝΕ, αλλά γιατί απέτυχε να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των καθημερινών προβλημάτων που είναι κυρίαρχα για τη ζωή του έλληνα.
Απέτυχε στη Δημόσια Τάξη.

Απέτυχε δραματικά στην Υγεία και την Παιδεία.
Και το ότι δεν απετόλμησε να αγγίξει το Ασφαλιστικό, χειροτερεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα για εκατομμύρια ασφαλισμένους, γιατί οι λύσεις που χθες ήσαν αναγκαίες, αύριο θα είναι ακόμα πιο επώδυνες.
Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Ο λαός έχει αρχίσει πια να ξεχωρίζει τα ψέματα από την αλήθεια.
Οι οιωνοί για το κόμμα μας είναι καλοί!
Κοιτάξτε άφοβα μπροστά!
Ενώστε όλοι τις δυνάμεις σας για μια μεγάλη νίκη!
Παλέψετε με αισιοδοξία - αλλά και με το αίσθημα ευθύνης που χαρακτηρίζει την παράταξή μας - για να φέρουμε και πάλι στην εξουσία τη Νέα Δημοκρατία!
Ο δρόμος της νίκης είναι ανοιχτός.
Αλλά η νίκη θα εξασφαλισθεί από τον αγώνα που μέχρι τις εκλογές θα δώσουμε. Από τον αγώνα αυτό δεν πρέπει να λείψει κανείς.

Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Την επομένη της νίκης πέφτει βαρύς ο κλήρος στη Νέα Δημοκρατία. Εμείς είμαστε και πάλι υποχρεωμένοι, όπως συνέβη και το 1990, να δώσουμε τις τολμηρές, τις αναγκαίες λύσεις που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία.
Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε τις μεγάλες τομές: διαρθρωτικές αλλαγές, απελευθέρωση αγορών, καινοτομίες στα κίνητρα ανάπτυξης, την απασχόληση και τη φορολογία, διάσωση του Ασφαλιστικού, ανταγωνιστικότητα, καλύτερη Υγεία και, κυρίως, καλύτερη Παιδεία.
Εμείς οφείλουμε τελικά να επενδύσουμε και πάλι στο μέλλον των παιδιών μας, να τους παράσχουμε εφόδια, να διαμορφώσουμε χαρακτήρες, να ελαφρώσουμε από τα βάρη τόσο τα ίδια τα παιδιά όσο και την οικογένεια, που το σημερινό σύστημα απομυζά.
Εμείς οφείλουμε να ξαναδώσουμε στον Έλληνα πολίτη το τόσο πολύτιμο αίσθημα της ασφάλειας. Ασφάλειας για τη ζωή του, την τιμή του και την περιουσία του. Το αίσθημα ασφάλειας που είχε χαθεί στο χωριό και στην πόλη.

Φίλες και φίλοι,
Εμείς θα πρέπει να βάλουμε ξανά σε ισχυρή βάση και την εξωτερική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ προσήλθε, βέβαια, με μεγάλη καθυστέρηση και μεγάλη εθνική ζημία, στις δικές μας θέσεις, τόσο για τα Βαλκάνια όσο και για την Τουρκία. Αλλά αδυνατεί να βρει λύσεις για όλα τα βασικά θέματα.
Χάνεται πλέον, ακόμη και το θέμα μιας έντιμης, συμβιβαστικής ονομασίας για το κράτος των Σκοπίων. Αρκούμαστε στο καλό «κλίμα» και σε ήσσονος σημασίας συμφωνίες με την Τουρκία. Γίνεται βέβαια μια προσπάθεια, αλλά το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να μην γνωρίζει ούτε τις βασικές αρχές, ούτε τις θέσεις, ούτε κυρίως τους άξονες γύρω από τους οποίους θα πρέπει να κινηθεί σε τέτοια, κρίσιμα, για το μέλλον του έθνους θέματα.

Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Οι εκλογές, όπως δείχνουν πια και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, είναι στο χέρι μας να κερδηθούν. Αν γίνει σωστή, αν γίνει δυναμική, αν γίνει συνολική προσπάθεια - και πιστεύω ότι θα γίνει - η νίκη θα είναι λαμπρή.
Ήρθε η ώρα για αλλαγή κυβέρνησης, για αλλαγή πολιτικής. Ο τόπος, η δημοκρατία, δεν αντέχει άλλο μια κυβέρνηση που η μακρά της παραμονή στην εξουσία την οδήγησε σε απαράδεκτη αλαζονεία και σε καθεστωτική αντίληψη.
Υπηρετεί το κόμμα, αλλά όχι το λαό, τον οποίο συχνά αγνοεί και περιφρονεί. Η περίφημη κοινωνική του ευαισθησία αποτελεί μύθο, όπως αποδεικνύει και η περίφημη ιστορία με τα πανωτόκια, η στάση του απέναντι στους αγρότες, η μεταχείριση που επιφύλαξε στους συνταξιούχους.
Ήρθε η ώρα να ενώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για τον κοινό αγώνα.
Ήρθε η ώρα να ξεχάσουμε γκρίνιες και πικρίες, δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες, και να κοιτάξουμε μπροστά. Τον βασικό μας στόχο και μόνο. Τη πορεία μας προς τη νίκη και την εξουσία.

Φίλες και φίλοι,
Αναλαμβάνει τώρα μεγάλη εθνική ευθύνη η Νέα Δημοκρατία.
Και είναι βαρύ το έργο, τόσο πριν, όσο και μετά τις εκλογές.
Είναι βαρύ γιατί δεν είναι μόνο μεγάλες οι ευθύνες, αλλά και οι προσδοκίες του λαού για πραγματική αλλαγή - οι ελπίδες του ότι με τη Νέα Δημοκρατία θα ξεκινήσει μια νέα εποχή.
Γι' αυτό έχουμε καθήκον εθνικό να λέμε πάντα ανοιχτά ότι εμείς θεωρούμε σωστό. Να θέσουμε τέλος στα μισόλογα και στις μισές αλήθειες στις οποίες συνήθισε το ΠΑΣΟΚ το λαό.
Έχουμε καθήκον να θέσουμε το συμφέρον του τόπου πάνω από το συμφέρον του κόμματος. Γιατί, όταν εξυπηρετείται σωστά το εθνικό συμφέρον, τότε και το καλώς νοούμενο παραταξιακό συμφέρον βγαίνει ωφελημένο.
Έχουμε επίσης καθήκον ως κόμμα - και ιδίως ως κυβέρνηση - να εφαρμόσουμε απόλυτα μία αρχή: Την αξιοκρατία: Αυτή πρέπει να καθοδηγεί όλες μας τις επιλογές. Πρέπει να κάνουμε προσκλητήριο, όλων των αξίων και ικανών μέσα στο χώρο της ευρύτερης φιλελεύθερης παράταξης, αλλά και πέρα από αυτή. Να επιστρατεύσουμε κάθε Έλληνα που μπορεί να βοηθήσει τον τόπο να προκόψει και την κυβέρνησή μας να αποδώσει.

Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,
Το κόμμα μας παραμένει πάντοτε στήριγμα και ελπίδα για τον ελληνικό λαό και πιστεύω ότι και στον αιώνα που ανοίγεται μπροστά μας θα επιβεβαιώσει την ρήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Θα κυριαρχεί δηλαδή στο δημόσιο βίο της χώρας επί πολλές δεκαετίες στην υπηρεσία του λαού και του Έθνους."
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παρέμεινε βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου έως το 2004. Συγκεκριμένα, στις 23 Ιανουαρίου 2004 κατά την συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, έλαβε το λόγο και μέσα σε μια έντονα φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα ανακοίνωσε ότι δεν θα είναι υποψήφιος βουλευτής στις εκλογές τις 7ης Μαρτίου 2004. Στην ιστορική αυτή ομιλία του, ανέφερε:
"Νεοδημοκράτες και Νεοδημοκράτισσες,
Χαίρομαι που βρίσκομαι πάλι ανάμεσα σας. Ανάμεσα σε παλιούς συντρόφους με τους οποίους μας ενώνουν κοινοί, δύσκολοι αγώνες. Ανάμεσα στην νέα γενιά που πλαισιώνει την μεγάλη φιλελεύθερη δημοκρατική παράταξή μας στην μεγάλη μάχη που δίνουμε σήμερα. Μάχη που έχει κεφαλαιώδη σημασία για την πορεία της Ελλάδος.
Η χώρα μας βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Αντιμετωπίζουμε διαφορετικές προκλήσεις που απαιτούν διαφορετικούς τρόπους σκέψης. Αντιμετωπίζουμε νέα προβλήματα που απαιτούν νέες λύσεις. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει. Πρέπει να αλλάξουμε και εμείς.
Στις εκλογές της έβδομης Μαρτίου δεν θα αποφασίσουμε απλώς για το ποιος θα διαχειριστεί την εξουσία τα επόμενα χρόνια. Θα αποφασίσουμε για την κατεύθυνση που θα πάρει η Ελλάδα την επόμενη δεκαετία. Οι Έλληνες διψούν για όραμα. Διψούν για αλλαγή. Διψούν για ελπίδα. Διψούν για μια νέα προοπτική. Αυτά σήμερα μπορεί να τα προσφέρει μόνο η δική μας παράταξη. Η Νέα Δημοκρατία.
Γίνεται πολύς λόγος για ανανέωση. Πράγματι, η κοινωνία στο σύνολό της ζητά ανανέωση, και αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε σύμπτωση. Η ανανέωση όμως δεν εξαντλείται στα πρόσωπα. Η ανανέωση εξαρτάται από τις νέες ιδέες που φέρνει κανείς στην πολιτική. Από τις καινούργιες πολιτικές που τολμά να προωθήσει. Η ανανέωση απαιτεί γενναιότητα. Απαιτεί τόλμη.
Ξέρετε ότι δεν μου αρέσουν οι υπερβολές και τα μεγάλα λόγια. Όμως, η ποιότητα της δημοκρατίας μας δοκιμάζεται καθημερινά. Δοκιμάζεται από την παραμονή του ιδίου κόμματος στην εξουσία σχεδόν αδιάκοπα επί μια ολόκληρη εικοσαετία. Δοκιμάζεται όταν οι πολιτικοί επιδίδονται σε σκιαμαχίες και αρνούνται να δουν πέρα από την επικοινωνιακή διαχείριση των προσεχών είκοσι τεσσάρων ωρών. Δοκιμάζεται όταν το άγχος για την εξασφάλιση μικροπολιτικού συμφέροντος αφήνεται να υπερβεί την αγωνία για το κα ό της χώρας. Δοκιμάζεται όταν προσωπικές φιλοδοξίες και στρατηγικές μετατρέπονται σε οράματα.
Η πολιτική δεν είναι επάγγελμα. Η πολιτική είναι λειτούργημα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Στόχος σου είναι να βοηθάς τον λαό και όχι να την μεταχειρίζεσαι για να επιβεβαιώνεις την ματαιοδοξία σου ή ως μέσο ικανοποίησης προσωπικών επιδιώξεων.
Στη μακρά μου πολιτική πορεία άσκησα πολιτική έχοντας ένα στόχο και μια βασική φιλοδοξία. Να ανοίγω νέους ορίζοντες για τον τόπο.
Με αυτό το κριτήριο, νεότατος τότε, αγωνίστηκα και πέτυχα να αποφύγει η Κρήτη τον εμφύλιο πόλεμο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Με αυτό το κριτήριο πολιτεύτηκα ως Υφυπουργός Οικονομικών την δεκαετία του "50. Με αυτό το κριτήριο κατέθεσα την δεκαετία του "60 τον πρώτο προϋπολογισμό δημοσιοοικονομικής εξυγίανσης. Με αυτό το κριτήριο ως Υπουργός των Εξωτερικών χάραξα την πολιτική της Ελληνο-Τουρκικής φιλίας. Με αυτό το κριτήριο ως ηγέτης της φιλελεύθερης δημοκρατικής παράταξης, ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, επεδίωξα με πάθος την συμφιλίωση, την συνεννόηση, την γεφύρωση του διχασμού μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Γιατί ποτέ μου δεν πίστεψα σε πράσινα, κόκκινα και μπλε καφενεία. Με αυτό το κριτήριο ως Πρωθυπουργός πίστεψα ότι η σύγχρονη και Ευρωπαϊκή Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες τομές και ρήξεις για να μπορεί στην αυγή του 21ου αιώνα να παρακολουθήσει την ταχύτητα και τους ρυθμούς των εξελίξεων σε μια Ενωμένη Ευρώπη που ξεκινά από τον Ατλαντικό και φθάνει μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Με αυτό το κριτήριο απέρριψα σε όλη μου την ζωή την δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Δεν συμβιβάστηκα ποτέ και ποτέ δεν φοβήθηκα το πολιτικό κόστος.
Συμπεριφέρθηκα πάντα με φυσική και πολιτική γενναιότητα. Κοιτώντας τον Ελληνικό λαό στα μάτια και λέγοντάς του πάντα αυτό που πίστευα: Την αλήθεια. Γιατί οι Έλληνες αξίζουν να γνωρίζουν πάντα την αλήθεια. Αυτή μου η αντίληψη για την πολιτική, την οποία πιστεύω ότι πρέπει να ασπαστούν και οι νέοι που έχουν την θέληση να υπηρετήσουν την χώρα μας, με οδήγησε στην απόφαση μου.
Εγώ θα δώσω το παράδειγμα. Μετά από μακρά και ώριμη σκέψη αποφάσισα να μην είμαι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές. Έχω συμπληρώσει σχεδόν 50 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής. Αγάπησα και τίμησα το Κοινοβούλιο και το υπηρέτησα με όλες μου τις δυνάμεις. Διότι πάνω απ" όλα τίμησα και τιμώ τον διάλογο, που αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία δεν απειλείται από κανέναν, από την ώρα που εμείς, οι πολιτικοί, παραμένουμε πιστοί, στο χρέος μας να τον εκπροσωπούμε εκεί και να μαχόμαστε για τον λαό που μας εξέλεξε.
Υπήρξα πρωθυπουργός της Ελλάδος, πάρα πολλές φορές Υπουργός, αλλά κανένα αξίωμα δεν είναι τόσο σημαντικό για εμένα όσο αυτό του βουλευτού. Του εκπροσώπου του Ελληνικού λαού. Από την πρώτη φορά που ο λαός των Χανίων, σε ηλικία 27 ετών, με τίμησε με την ψήφο του.
Αυτή μου η αντίληψη για τον κοινοβουλευτισμό με οδήγησε σε αυτή μου την απόφαση. Η καθημερινότητα της Βουλής με βαραίνει πλέον και φυσικά δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να επιτρέψω στον εαυτό μου να παραμείνει βουλευτής με μειωμένη κοινοβουλευτική παρουσία.
Θέλω όμως να διαβεβαιώσω και εσάς, αλλά και όλους τους πολίτες που
υποστηρίζουν την παράταξη μας για δύο πράγματα. Εγκαταλείπω την Βουλή, δεν εγκαταλείπω όμως την πολιτική. Θα συνεχίσω να ενδιαφέρομαι και να αγωνίζομαι για τα πολιτικά πράγματα της χώρας όσο ο Θεός μου δίνει υγεία και δύναμη. Στις εκλογές που έρχονται θα συμμετάσχω ενεργά. Θα δώσω μαζί σας τη μάχη με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και πίστη και ας μην είμαι εγώ υποψήφιος. Θα δώσω και αυτήν την μάχη με κάθε διαθέσιμο μέσο. Θα είμαι κοντά σας, θα στέκομαι δίπλα σας, στην πρώτη γραμμή του αγώνα.
Γνωρίζω ότι η απόφαση αυτή θα λυπήσει παλιούς καλούς φίλους και συναγωνιστές μιας ολόκληρης ζωής, που με περιβάλλουν πάντα με την αγάπη και την εμπιστοσύνη τους. Θα λυπήσει και πολλούς Έλληνες από άλλες παρατάξεις που με συγκίνησαν τον τελευταίο καιρό ζητώντας μου να παραμείνω στη βουλή. Όπως θα λυπήσει και πολλά νέα παιδιά που αισθάνονται ότι αυτά που λέω τους αφορούν και μου το αναγνωρίζουν. Δεν μπορώ να σας αποκρύψω ότι με λύπη μου αποχαιρετώ το έδρανο της βουλής. Ξέρω όμως ότι όλα τα πράγματα στη ζωή έχουν ένα τέλος και πρέπει να είμαστε όλοι έτοιμοι για αυτό.
Εξάλλου οι λόγοι που με οδήγησαν σ' αυτή μου την απόφαση δεν είναι κυρίως προσωπικοί. Είναι βαθύτατα πολιτικοί. Πρέπει να σας πω ότι έλαβα αυτή την απόφαση γιατί πιστεύω βαθύτατα στην ανάγκη της ανανέωσης. Γιατί είμαι πεπεισμένος ότι η αποχώρησή μου από το Κοινοβούλιο μπορεί να βοηθήσει την μεγάλη μας παράταξη να κινηθεί με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα προς την κατεύθυνση αυτή.

Φίλες και φίλοι,
Υπηρετούμε όλοι μια μεγάλη παράταξη στην οποία η Ελλάδα οφείλει πολλά. Η Νέα Δημοκρατία είναι η μεγάλη φιλελεύθερη δημοκρατική παράταξη η οποία καλύπτει το χώρο της δεξιάς, το χώρο του κέντρου και φτάνει μέχρι τις παρυφές της αριστερός. Είναι ένα δημοκρατικά οργανωμένο κόμμα, το οποίο δεν ταυτίζεται με κανέναν αρχηγό.
Είχα την μεγάλη τιμή να ηγηθώ αυτής της παράταξης επί δέκα ολόκληρα χρόνια και να την οδηγήσω, δια πυρός και σιδήρου, σε τρεις νικηφόρες εκλογές. Έχουμε όλοι χρέος έναντι του απλού νεοδημοκράτη, της καλής και πιστής μας βάσης, έχουμε χρέος έναντι του συμφέροντος του τόπου που πρέπει πάντα να υπηρετούμε, να παραμερίσουμε οποιαδήποτε προσωπική επιδίωξη ή παράπονο και να δώσουμε όλοι μαζί τον αγώνα για να πετύχουμε το μεγάλο μας στόχο.
Η Νέα Δημοκρατία από τότε που ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ήταν και παραμένει πάντοτε το κόμμα της ευθύνης, που θέτει το συμφέρον του τόπου υπεράνω όλων. Βοήθησε τη χώρα σε δύσκολες ώρες μετά το τέλος της δικτατορίας. Στάθηκε πάντοτε αντάξια, έστω και με μεγάλες θυσίες, της εμπιστοσύνης των Ελλήνων. Έγραψε ιστορία για την οποία μπορούμε πραγματικά να είμαστε όλοι υπερήφανοι.
Η μαχόμενη βάση της Νέας Δημοκρατίας, τα στελέχη, οι βουλευτές και η ηγεσία της παράταξης αυτής δεν φοβήθηκε ποτέ καμία πολιτική μάχη.
Η Νέα Δημοκρατία είναι η παράταξη που κοιτάει μπροστά. Που ανοίγει νέους δρόμους για τους νέους, τις γυναίκες, τους εργαζομένους, τους επιχειρηματίες, τους αγρότες, για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό.
Η αυριανή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, όπως έκανε και το 1990, θα αναλάβει το δύσκολο και επίπονο έργο της ανόρθωσης της χώρας. Έργο που θα απαιτήσει μεγαλύτερη προσπάθεια, μεγαλύτερη δύναμη, μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, ακόμη και από αυτή που χρειαζόμαστε για να κερδίσουμε τις εκλογές. Στον αγώνα αυτό θα δώσουμε, είμαι βέβαιος, όλοι τον καλύτερο μας εαυτό από τώρα μέχρι την ημέρα της μεγάλης νίκης.
Τον αγώνα αυτόν θα τον δώσουμε όλοι μαζί. Όλοι μαζί για την Ελλάδα που αξίζουμε. Όλοι μαζί για την Ελλάδα που μπορούμε. Όλοι μαζί "θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν" ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει, λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα."