Κόμμα Φιλελευθέρων-Ένωση Κέντρου
Έκτοτε εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή τα κόμματα του Κέντρου, μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Συγκεκριμένα εκλέγεται: το 1950 και το 1951 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το 1952 με το συνδυασμό ΕΠΕΚ/Φιλελεύθεροι, το 1956 με τη Δημοκρατική Ένωση, το 1958 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το 1961, 1963, 1964 με την Ένωση Κέντρου.
Ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητική ευθύνη ως υφυπουργός Οικονομικών από το Φεβρουάριο του 1951 μέχρι το Νοέμβριο του 1951, σε ηλικία 32 ετών. Την ίδια περίοδο, για ένα διάστημα, ανέλαβε ταυτόχρονα τα Υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων.
Στην περίοδο 1952-1956 καθιερώθηκε ως διακεκριμένος κοινοβουλευτικός άνδρας. Το Μάρτιο του 1955, σε σχετική συζήτηση στη Βουλή υπερασπίστηκε το λογοτεχνικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Τα ηγετικά του προσόντα είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται και στη μεγάλη κρίση ηγεσίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων το 1958, σε ηλικία 40 ετών, έθεσε υποψηφιότητα για την αρχηγία της παρατάξεως και ψηφίστηκε από το 1/3 των βουλευτών του κόμματος. Πάντα στόχος του ήταν η ενότητα του Κέντρου. Έτσι, σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην προσπάθεια συνενώσεως των κεντρώων δυνάμεων και τη δημιουργία της Ενώσεως Κέντρου το 1961, όταν μετά το θάνατο του Γ. Καρτάλη και σε συνεργασία με άλλους νέους πολιτικούς της παρατάξεως, προωθήθηκε στην ηγεσία του κόμματος ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Υπήρξε βασικό στέλεχος της Ενώσεως Κέντρου και πρωταγωνιστής του "Ανένδοτου Αγώνα". Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στις Κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου το 1963 και 1964. Μετά την 15 Ιουλίου του 1965 ανέλαβε Υπουργός Συντονισμού.





