Εξωτερική Πολιτική
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η Κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε να αντιμετωπίσει έναν κόσμο που άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς και συνταράσσονταν από μεγάλες κρίσεις και ανακατατάξεις, όπως ήταν η κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού", η κρίση στον Περσικό Κόλπο και η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Μέσα σε αυτό το ρευστό διεθνές περιβάλλον ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έθεσε ως στόχο την αλλαγή της εικόνας της Ελλάδας που είχε αυτοαπομονωθεί από τη δυτική συμμαχία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 και είχε, επί του προκατόχου του Ανδρέα Παπανδρέου, επιδιώξει την ανάπτυξη προνομιακών σχέσεων με ολοκληρωτικά τριτοκοσμικά καθεστώτα.
Το 1990, αμέσως μετά το σχηματισμό της κυβέρνησής του, προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ.
Στη Σύνοδο Κορυφής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που πραγματοποιήθηκε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας, την 11η Δεκεμβρίου 1991, διασφάλισε την ένταξη της χώρας στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) και έθεσε μαζί με τους άλλους ευρωπαίους ηγέτες τις βάσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).
Παράλληλα, επέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδος - Η.Π.Α. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπέγραψε το 1990 την τελική συμφωνία για τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 1991 πραγματοποιήθηκε η πρώτη, μετά 32 χρόνια, επίσημη επίσκεψη Αμερικανού Προέδρου, του George Bush, στην Ελλάδα, ενώ τον Ιούνιο του 1990, είχε προηγηθεί η πρώτη, μετά από 27 χρόνια, επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εφάρμοσε τη διακηρυγμένη, από τον ίδιο, από πολλά χρόνια, πολιτική του διαλόγου με στόχο την εξομάλυνση των σχέσεων και την προώθηση της επίλυσης του Κυπριακού. Ο δεύτερος στόχος δεν επετεύχθη, παρά το γεγονός ότι η λύση πλησίασε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Bush, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διήλθαν όμως καθ' όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του περίοδο ύφεσης και ομαλότητας.
Στο χώρο της Βαλκανικής ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός αγωνίστηκε να αποτραπεί η διάλυση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και όταν πλέον αυτή κατέστη αναπόφευκτη, να προωθήσει την επίλυση των διαφορών που δημιουργήθηκαν με πολιτικά μέσα. Έπαιξε ενεργό ρόλο καθ' όλη τη διάρκεια της Γιουγκοσλαβικής κρίσης -διατηρώντας καλές σχέσεις με τους ηγέτες όλων των πλευρών- με αποκορύφωμα τη σύγκληση στην Αθήνα το Μάιο του 1993, με πρωτοβουλία του και υπό την αιγίδα των διαμεσολαβητών του ΟΗΕ, της διεθνούς Διάσκεψης της Βουλιαγμένης όπου επέτυχε να γίνει αποδεκτή πρόταση συμφωνίας για το Βοσνιακό. Στη συνέχεια μετέβη στην εμπόλεμη ζώνη και παρέστη στη κρίσιμη συνεδρίαση της Βουλής των Σέρβων της Βοσνίας στο Πάλε, η οποία δυστυχώς παρά και την εκεί προσπάθειά του, απέρριψε τη συμφωνία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετώπισε στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβικής κρίσης και το πρόβλημα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Σε πρώτη φάση το θέμα χειρίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς, τον οποίο απομάκρυνε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τον Απρίλιο του 1992, μετά τη δεύτερη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, αναλαμβάνοντας ο ίδιος το υπουργείο των Εξωτερικών. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πέτυχε να πείσει την Ευρωπαϊκή Ένωση στη σύνοδο της Λισαβώνας να υιοθετήσει πλήρως τις ελληνικές θέσεις. Οι άλλοι όμως διεθνείς παράγοντες (ΗΠΑ, Ρωσία κ.λπ.), επέμειναν στην υιοθέτηση μιας συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο του ΟΗΕ, οι βάσεις της οποίας τέθηκαν με την είσοδο της ΠΓΔΜ στον ΟΗΕ με προσωρινό όνομα και τη συμφωνία να συζητηθεί το τελικό όνομα μεταξύ των δύο πλευρών με τη μεσολάβηση των Cyrus Vance και David Owen.





